-->

Τρίτη, 16 Ιουλίου 2019

Τέλος σε δώρα και επιδόματα δημοσίων υπαλλήλων από το ΣτΕ - Το σκεπτικό της απόφασης!

Αντιγράφουμε την είδηση και την περιεκτικότατη αναφορά από την ΕΦΣΥΝ. Το εντυπωσιακό, όπως θα διαβάσετε είναι το σκεπτικό της απόρριψης, που ούτε λίγο ούτε πολύ λέει πως οι δημόσιοι υπάλληλοι μπορούν να ζήσουν με το μισθό που παίρνουν, ενώ οι ιδιωτικοί όχι! Βέβαια τα στοιχεία που παραθέτει το άρθρο παρακάτω, αλλά και η τσέπη μας λέει πως δεν είναι καθόλου έτσι! Όμως ακόμα και έτσι να ήταν, το ανώτατο δικαστήριο μας λέει πως πρέπει να είμαστε όλοι ισότιμοι στη φτώχεια και στην εξαθλίωση! Αντί να έχουμε όλοι οι εργαζόμενοι αξιοπρεπείς μισθούς καλούμαστε να ανεχτούμε την εκμετάλλευση...απ' όπου κι' αν προέρχεται. 
Δυστυχώς επιβεβαιωνόμαστε και με το νόμο(!!!), όταν λέμε πως ο κοινωνικός αυτοματισμός, η αντιπαράθεση και ο διαχωρισμός των εργαζομένων μας οδηγεί όλους προς τα κάτω, όσο το κεφάλαιο πλουτίζει από τα χαμηλά μεροκάματα, από τα δώρα και τις άδειες που δε δίνει, από τους απλήρωτους εργαζόμενους...
Επιβεβαιωνόμαστε ακόμα όταν λέμε πως τα δικαστήρια, στα κρίσιμα για τη ζωή μας ζητήματα δεν πρόκειται να είναι υπέρ μας, αλλά υπέρ του συστήματος που στηρίζουν και τα στηρίζει - Γιατί αν καταλάβατε, δε συζητάμε για το ύψος του δικού τους μισθού, αλλά για το...βάθος του δικού μας!
ΝΑ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΟΥΜΕ ΛΟΙΠΟΝ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ ΜΑΣ, ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ.
ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΝΗ ΛΥΣΗ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΦΕΡΕΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ! 

Οριστικό φρένο στον 13ο και τον 14ο μισθό, όπως και το επίδομα αδείας για τους δημοσίους υπαλλήλους έδωσε η ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, που έκρινε ότι η κατάργηση είναι συμβατή με το Σύνταγμα και επιβεβλημένη.
Ειδικότερα, η πλειοψηφία αποφάνθηκε ότι ο βασικός μισθός στο Δημόσιο που κυμαίνεται από τα 780 ευρώ έως και τα 1.092 ευρώ εξασφαλίζει «αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας, όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο».
Η ολομέλεια του ΣτΕ εξέφρασε εντελώς αντίθετη άποψη από αυτή της επταμελούς σύνθεσης του ΣΤ΄ Τμήματος του ΣτΕ, που είχαν κρίνει αντισυνταγματικές τις περικοπές των τριών επιδομάτων-δώρων, που έγιναν με το νόμο 4093/2012 και ειδικότερα ότι η κατάργηση των δώρων-επιδομάτων αντίκειται στα άρθρα 25 και 4 του Συντάγματος και τις απορρέουσες από αυτά αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας.
Σήμερα η πρόεδρος η Αικατερίνη Σακελλαροπούλου και εισηγητές οι σύμβουλοι Επικρατείας, Ελένη Παπαδημητρίου και Ιωάννης Σπερελάκης με μια σειρά αποφάσεών της (1307-1316/2019) έκρινε κατά πλειοψηφία (μειοψήφησαν 2 αντιπρόεδροι και 4 σύμβουλοι Επικρατείας) μεταξύ των άλλων, ότι η κατάργηση των τριών επιδομάτων «τεκμηριώνεται επαρκώς» και δεν παρίσταται απρόσφορο μέτρο, και μάλιστα προδήλως, για «την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της γενικής κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της Ε.Ε. για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος».
Ακόμη, η ολομέλεια του ΣτΕ, έκρινε πως «κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου», ο νομοθέτης «είχε πλήρη επίγνωση, όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των δημοσίων υπαλλήλων, όπως προκύπτει:
α) από τα δημοσιευμένα και διαθέσιμα στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για το όριο κινδύνου φτώχειας ανά άτομο μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (6.591 ευρώ) και το μέσο ετήσιο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα (12.637,08 ευρώ) κατά το έτος 2011,
β) από το νέο ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων που θεσπίστηκε με τον ν. 4014/2011, με το οποίο ο βασικός μισθός των δημοσίων υπαλλήλων κυμαίνεται μεταξύ 780 (ΥΕ με βαθμό ΣΤ) και 1092 ευρώ (ΠΕ με βαθμό ΣΤ) και γ) από τη θέσπιση νέου κατώτατου βασικού μισθού και ημερομισθίου με τον ίδιο ν. 4093/2012 (586,08 ευρώ και 26,18 ευρώ, αντίστοιχα)».
Επιπλέον, οι σύμβουλοι Επικρατείας αναφέρουν πως «οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας, όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο».
Επιπρόσθετα, το ΣτΕ αναφέρει ότι «η τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων δεν καθιστά, ενόψει των ευρέων περιθωρίων εκτίμησης που απολαμβάνει ο νομοθέτης στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής και του οριακού ελέγχου, στον οποίο υπόκειται κατά τούτο, από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του».
Παράλληλα, στις εν λόγω αποφάσεις σημειώνεται ότι «το ίδιο μέτρο δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσεως μέτρα».
Τέλος, η πλειοψηφία αντέκρουσε την άποψη της μειοψηφίας, ότι με τις αποφάσεις του ΣΤ τμήματος, το ΣτΕ «μεταστρέφει τη νομολογία του ως προς τον ν. 4093/2012, τον οποίο συστηματικά κρίνει αντίθετο στις προεκτεθείσες συνταγματικές διατάξεις, με το επιχείρημα ότι, εκ μόνου του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του νόμου αυτού, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές με αποφάσεις του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης.
»Και τούτο γιατί ανεξάρτητα από το ότι σε αυτόν περιλαμβανόταν πλήθος μέτρων με άμεσο οικονομικό αντίκτυπο στα εισοδήματα διαφόρων κοινωνικών ομάδων, αλλά και οικονομικών φορέων, ορισμένα από τα οποία κρίθηκαν συνταγματικά, πάντως αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε με αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου, ο οποίος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν έχει ανατεθεί στο δικαστήριο».

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου