-->

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2019

25η Μαρτίου...1821

Ένα ποίημα (μόνο τρεις στροφές) για την επέτειο της 25ης Μαρτίου.


Όλοι έχουν και ένα ποίημα να πουν τούτες τις ημέρες, βλέπεις, όλοι κάποτε έγραψαν ένα ποίημα, "για να τιτλοφορούνται ποιηταί". Ίσως γι' αυτό να λικνίζεται πάνω απ' τα φέσια και τα σαρίκια των σκοτωμένων κλεφτών του '21 τέτοια μεγαλειώδης κακογουστιά. Τέτοια ιστορική ανοησία στεφανωμένη με το "φως του '21" που δεν αφήνει το μεγαλείο της επανάστασης να συγκινήσει τα παιδιά μας στις σχολικές γιορτές.

Κι' αφού όλοι έχουν κι' από ένα ποίημα να πουν, ορίστε, και μεις αφιερώνουμε στους αγωνιστές της επανάστασης τρεις στροφές από τον "Φιλοκτήτη" του Γ. Ρίτσου.
(Και μη βιαστείτε για την κριτική σας, μην πείτε "άσχετο", κι' αν νομίζετε πως δεν είναι ...αρκούντως ηρωικό, δίκιο έχετε, αλλά διαβάστε πρώτα όλο το ποίημα...) 

Σεβάσμιε φίλε, ήμουν βέβαιος για τη βαθιά σου κατανόηση. Εμείς οι νεότεροιπου κληθήκαμε, όπως λένε, την ύστατη στιγμή για να δρέψουμε τάχατη δόξα την ετοιμασμένη με τα δικά σας όπλα,με τις δικές σας πληγές, με το δικό σας θάνατο,γνωρίζουμε κι εμείς κι αναγνωρίζουμε, κι έχουμε, ναι, κι εμείς τις πληγές μαςσ’ άλλο σημείο τού σώματος — πληγές αθώρητες,χωρίς το αντίβαρο της περηφάνιας και του αξιοσέβαστου αίματοςτου χυμένου ορατά, σε ορατές μάχες, σε ορατά αγωνίσματα.
Μια τέτοια δόξα ας μας έλειπε· — ποιός τους την ζήτησε;Μήτε μιαν ώρα δεν είχαμε δική μας, πληρώνονταςτα χρέη και τις υποθήκες άλλων. Μήτε καν προφτάσαμενα δούμε μιαν αυγή ένα ήσυχο χέρι ν’ ανοίγει το παράθυρο απέναντικαι να κρεμάει απέξω, στην πρόκα του τοίχου, ένα κλουβί καναρίνιαμε τη σεμνότητα μιας περιττής κι αναγκαίας χειρονομίας.
Όλες οι ομιλίες των μεγάλων, για νεκρούς και για ήρωες.Παράξενες λέξεις, τρομερές, μας κυνηγούσαν ώς μέσα στον ύπνο μαςπερνώντας κάτω απ’ τις κλεισμένες πόρτες, απ’ την αίθουσα των συμποσίωνόπου άστραφταν ποτήρια και φωνές, κι ένας πέπλοςαόρατης χορεύτριας κυμάτιζε αθόρυβασαν ένα διάφανο, στροβιλιζόμενο χώρισμαανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο. Αυτή η παλλόμενηρυθμική διαφάνεια του πέπλου, παρηγορούσε κάπωςτις παιδικές μας νύχτες, αραιώνοντας τις σκιές των ασπίδωνπου γράφονταν στους άσπρους τοίχους με τ’ αργό φεγγαρόφωτο.
Μαζί με τη δική μας την τροφή ετοιμάζανεκαι την τροφή των νεκρών. Την ώρα του γεύματοςέπαιρναν πάνω απ’ το τραπέζι υδρίες με μέλι και με λάδικαι τις μετέφεραν σ’ άγνωστους τάφους. Δεν ξεχωρίζαμετους αμφορείς του κρασιού απ’ τις νεκρικές ληκύθους. Δε γνωρίζαμεποιό το δικό μας και ποιό των νεκρών. Ένας χτύποςτου κουταλιού μες στο πιάτο, ήταν ένα άξαφνο δάχτυλοεπιτιμητικό, που μας χτυπούσε στον ώμο. Στρέφαμε να δούμε. Τίποτα.
Γιάννης Ρίτσος, 1965, << Φιλοκτήτης >>.Ποιήματα ΣΤ΄: Τέταρτη διάσταση (1956–1972). 25η έκδ. Αθήνα: Εκδ. Κέδρος.
(Παλαιότερη ανάρτησή μας, πάντα επίκαιρη) 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου